γνωριστής

γνωρ-ιστής, οῦ, ,
A one that takes cognizance of,

δίκης Antipho 5.94

.
II diviner, LXX 4 Ki.23.24.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γνωριστής — one that takes cognizance of masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωριστής — ο (AM γνωριστής) [γνωρίζω] αυτός που γνωρίζει καλά κάτι, ο ειδήμων αρχ. μάντης …   Dictionary of Greek

  • γνωρισταί — γνωριστής one that takes cognizance of masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωριστά — γνωριστά̱ , γνωριστής one that takes cognizance of masc nom/voc/acc dual γνωριστής one that takes cognizance of masc voc sg γνωριστής one that takes cognizance of masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωριστάς — γνωριστά̱ς , γνωριστής one that takes cognizance of masc acc pl γνωριστά̱ς , γνωριστής one that takes cognizance of masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωρίζω — και εγνωρίζω και ηγνωρίζω (AM γνωρίζω, Μ και ἐγνωρίζω και ἠγνωρίζω) 1. έχω μάθει, ξέρω κάτι 2. έχω γνωριμία με κάποιον, ξέρω κάποιον 3. αναγνωρίζω, παραδέχομαι κάτι 4. καθιστώ γνωστό, ανακοινώνω κάτι σε κάποιον 5. επαναφέρω στη μνήμη μου,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.